Sunday, March 18, 2012

Σκίτσο

Μια μέρα όμορφη, όπως αυτή η μέρα
φίλοι αγαπητοί θα μαζευτούνε
κι ανάμεσα στα γέλια τους μπορεί και να σκεφτούνε
πως ίσως κάπου βρίσκομαι τριγύρω στον αέρα.

Στο επίκεντρο θα βρίσκομαι ετούτης της παρέας
και θα κοιτάζω ήσυχος τον ήλιο που ιδρώνει
όπως θα καθρεφτίζεται στο σκαλιστό μαόνι
με συνοδεία μουσικής βυζαντινής μοιραίας.

Ημείς Και Υμείς

Στην πρώτη ακτίνα της αυγής
αρχαίο σίδερο τα σωθικά πυρώνει.
Να ήταν ψεύτικη του λύκου η φωνή
που μόνος πίνει απ’ τα δάκρυα της πηγής
κι ύστερα βάφει κόκκινο το χιόνι;

Ετούτοι οι λύκοι προκαλούν
σβηστά ηφαίστεια που καρτερούν αιώνες,
μα μένει άγνωστη των λόφων η οργή.
Μόνο τα δέντρα γι’ άλλους χρόνους ομιλούν.
Γίνηκαν άλικοι οι λευκοί χειμώνες.

Λύκους ομοιάζουν οι ψυχές
κι εμείς αδέλφια μου δε μάθαμε τη λύση.
Μήτε ηφαίστειο, μητ’ άνδρας ή θεός,
μόνο ανδρείκελα και λέξεις τους ρηχές
τον ήλιο μας θα κάνουνε να δύσει.

Saturday, March 17, 2012

Ξένος

Τι έκανες εκεί που σ’ ήυρα να γλιστράς,
σ’ εκείνο το στενό, κακόφημο σοκάκι
φορώντας ένα βρώμικο, παλιό tweed σακάκι
έχοντας απ’ το πρόσωπο σβήσει σκιές χαράς;

Ξεχνώ πότε σε γνώρισα και πότε περπατούσα
στα ίδια στενοσόκακα που σ’ ήυρα να κυλιέσαι.
Το φως έχεις καιρό να δείς και πλέον δε μιλιέσαι.
Ψάχνω για μέρες να σε βρω και άγνωστους ρωτούσα.

Δεν είσαι όπως σ’ ήξερα κι όπως σε φανταζόμουν.
Ρίχνει σκιά στα μάτια μου η θλιμμένη ύπαρξή σου
καθώς δεν έριξες νερό μες στο στερνό κρασί σου.
Δεν είσαι όπως σ’ ήξερα και όπως σε θυμόμουν.

Δεν ξέρω πια ποιός ήμουνα, ποιός είμαι, ποιός θα γίνω
ούτε κι εσένα ξέρω πια σε τούτη τη μαυρίλα.
Πατάς σε αίματα ξερά και σαπισμένα φύλλα.
Εδώ που σ’ ανακάλυψα, κάλλιο νεκρός να μείνω.

Friday, March 16, 2012

Διάφορο

Να ‘χα τα νιάτα δυο φορές και άλλη μια καβάντζα,
τα γόνατα να μάτωναν σε κάποιο καλοκαίρι
κι από την κληματόβεργα να μαύριζε το χέρι
για κάθε ρούχο που ‘κλεψα για τόπι απ’ τη λάντζα.

Του βαρελιού σαν σάπιζαν οι ντούγιες στο κατώι
μου έδιν’ ο πατέρας μου το τσέρκι, μια καβίλια
και τρέχαμε στις δημοσιές να κλέψουμε σταφύλια
πριν να χτυπήσει δώδεκα τ’ Αη-Γιάννη το ρολόι.

Με τη σφεντόνα ρίχναμε χαλίκια στα σπουργίτια
κι από τη μάνα μας κρυφά καπνίζαμε τσιγάρα
κάμελ αμερικάνικα με σκέψη ταξιδιάρα
και παίρναμε κεράσματα απ’ του χωριού τα σπίτια.

Πώς τρέχαμε και παίζαμε σε αδειανές αλάνες...
Μα έμελλε ν’ αλλάξουνε απότομα οι ζωές μας
και τώρα πλέον τρέχουμε στις μίζερες δουλειές μας
στους δρόμους που χαράξανε του Μπρούκλυν μεγιστάνες.