Friday, March 16, 2012

Διάφορο

Να ‘χα τα νιάτα δυο φορές και άλλη μια καβάντζα,
τα γόνατα να μάτωναν σε κάποιο καλοκαίρι
κι από την κληματόβεργα να μαύριζε το χέρι
για κάθε ρούχο που ‘κλεψα για τόπι απ’ τη λάντζα.

Του βαρελιού σαν σάπιζαν οι ντούγιες στο κατώι
μου έδιν’ ο πατέρας μου το τσέρκι, μια καβίλια
και τρέχαμε στις δημοσιές να κλέψουμε σταφύλια
πριν να χτυπήσει δώδεκα τ’ Αη-Γιάννη το ρολόι.

Με τη σφεντόνα ρίχναμε χαλίκια στα σπουργίτια
κι από τη μάνα μας κρυφά καπνίζαμε τσιγάρα
κάμελ αμερικάνικα με σκέψη ταξιδιάρα
και παίρναμε κεράσματα απ’ του χωριού τα σπίτια.

Πώς τρέχαμε και παίζαμε σε αδειανές αλάνες...
Μα έμελλε ν’ αλλάξουνε απότομα οι ζωές μας
και τώρα πλέον τρέχουμε στις μίζερες δουλειές μας
στους δρόμους που χαράξανε του Μπρούκλυν μεγιστάνες.

No comments:

Post a Comment