Saturday, April 7, 2012

Φοβάμαι

Τι έκανες εκεί που σ’ ήυρα να γλιστράς,
σ’ εκείνο το στενό, κακόφημο σοκάκι
φορώντας ένα βρώμικο, παλιό tweed σακάκι
έχοντας απ’ το πρόσωπο σβήσει σκιές χαράς;

Ξεχνώ πότε σε γνώρισα και πότε περπατούσα
στα ίδια στενοσόκακα που σ’ ήυρα να κυλιέσαι.
Το φως έχεις καιρό να δείς και πλέον δε μιλιέσαι.
Ψάχνω για μέρες να σε βρω και άγνωστους ρωτούσα.

Δεν είσαι όπως σ’ ήξερα κι όπως σε φανταζόμουν.
Ρίχνει σκιά στα μάτια μου η θλιμμένη ύπαρξή σου
καθώς δεν έριξες νερό μες στο στερνό κρασί σου.
Δεν είσαι όπως σ’ ήξερα και όπως σε θυμόμουν.

Δεν ξέρω πια ποιός ήμουνα, ποιός είμαι, ποιός θα γίνω
ούτε κι εσένα ξέρω πια σε τούτη τη μαυρίλα.
Πατάς σε αίματα ξερά και σαπισμένα φύλλα.
Εδώ που σ’ ανακάλυψα, κάλλιο νεκρός να μείνω.

Ορφέας

Ποιός είσαι και πώς χάθηκες
εσύ που έψαχνες την Ευριδίκη;
Τι έψαχνες στ’ αφώτιστα
εσύ που είσαι από άλλον κόσμο;

Δεν ξέρω τι σκεφτόσουνα
εσύ που χάραζες πορεία στο χάρτη.
Ποιός σου ‘στρωσε τα πέταλα
στη Γη που άφησες να καταρρεύσει;

Πετάς, λοιπόν, τα λόγια σου
βαθιά, σ’ ένα παλιό πηγάδι.
Δε σ’ άφησε ο κόσμος της
να τηνε αντικρίσεις.

Και τώρα στέκεις μοναχός
σ’ ενός γκρεμού το χείλος.
Κάποιος σου είπε «μην κοιτάς
και πέσει στο γκρεμό το δάκρυ».

Μην κλαις, Ορφέα, μη μιλάς
στο δρόμο για ό,τι χάνεις.
Είν’ οι θεοί διπρόσωποι
και το σκοτάδι εχθρός μας.

Μ’ ανάθεμα, είν’ ο έρωτας
ο πιο γλυκός μας φίλος.