Sunday, July 8, 2012

Πρώτο Φως

Δεν είναι πλέον καιρός για σφάλματα
μήτε γι’ αλήθειες είναι οι στιγμές.
Πάντα, σου λέω, ήξερα τι αποζητάς
από της μέρας το μυστήριο φως.

Εδώ που άλλοτε ήταν βαρύς χειμώνας
και πάγωνε η ψυχή σου σαν έσβηνες το φως,
τώρα κανείς δεν κάθεται για κρύο να μιλήσει
σ’ αυτή την άνοιξη, τη δίκαια, τη φωτεινή.

Νιώθεις τη ζέστη να κυλά στις φλέβες
που άλλοτες πλημμύριζαν με βρώμικο νερό
σαν βάλτος που ξεράθηκε κι έγινε η γης
γόνιμη, φιλική κι απέραντη.

Σ’ αυτό το άγιο άσμα θα ενδώσουμε
όχι από υποχρέωση
μα απ’ ανάγκη ιερή.

Να βλέπεις πια το φως και ν’ αγαπάς
κάθε ακτίνα, κάθε χρώμα.
Χωρίς να είσαι ασπρόμαυρη σκιά

που σέρνεται όταν κοιμάται ο ήλιος.

Monday, July 2, 2012

Επίσκεψη

Σ’ αυτό το σπίτι μια μέρα θα γυρίσω
σαν επισκέπτης σε αυτόν τον τόπο
κι η μυρωδιά από νέφτι θα ξυπνάει την ψυχή μου
– θαμπές εικόνες ζωντανών ανθρώπων.

Μόνος θα σέρνομαι έξω στην αυλή
και τα ψηλά ξερόχορτα θα πνίγουν τη φωνή μου
εκεί που πάταγα άλλοτε ξυπόλητος
και τώρα με τρυπούν τ’ αγκάθια.

Δε θα με νοιάζει αν έχασα ένα κουτί τσιγάρα
– το τελευταίο που μου ‘μενε στην τσέπη –
ούτε αν έσβησε η φωτιά στο τζάκι.
Άλλες φωτιές, χειρότερες, με καίνε.

Αλήτες είμαστε που αψηφούν το χρόνο
κι οι λέξεις μας δεν πιάνουν στο χαρτί
και οι φωνές μας είν’ αταίριαστες
σαν νόμιμη παραφωνία.

Κι άμα μας έπνιγαν χιλιάδες σκέψεις,
ήταν για ‘μας φεγγάρι το πρωί
και σε μια κούπα ζεστό καφέ
κρύβαμε κάθε όνειρο απάνω στις φουσκάλες.

Δεν ήταν ο αέρας που μας πάγωνε
μήτε το χιόνι από μέρη μακρινά,
παρά μονάχα τρέμαμε κάθε πικρή αλήθεια

που έπεφτε στα πόδια μας κι εμείς της δίναμε το χέρι.