Monday, October 15, 2012

Σταθμός

Ευλαβικά κρατούν’ τις τσάντες τους,
ίσως κι ένα βιβλίο ποίησης
τη γνώση για να δείξουν.
Μα είναι το βιβλίο κάλυψη
για τα υπερούσια βλέμματά τους
που ολόγυρα σαρώνουνε
τον χώρο για ανθρώπους.

Μοναχικούς στο κοίταγμα
μα η κούραση είν’ πλανεύτρα
και δεν προδίνει ολότελα
εκείνο που κοιτούν τα μάτια.
Κόσμος ουδέτερος στην όψη,
βλέμματα συγκρουόμενα
προδίδουν έρωτες μιας διαδρομής.

Μέχρι να ανοίξουν οι πόρτες
κι ο σταθμός να ακουστεί
έχει τελειώσει ο έρωτας
κι αυτές οι ανεκπλήρωτες ιδέες
περνούν στο παρελθόν,
και στης ρουτίνας τη σταθερή τροχιά
του επόμενου ακούγεται σταθμού η αναγγελία.

Friday, October 5, 2012

Άτιτλο

Σώμα γυμνό, γηγενείς αισθήσεις κι αεράκι ανύπαρκτο.
Χωρίς φως σ’ ερημική ταράτσα
η φωτορύπανση συνήθεια παλιά
μα είμαστε ήδη απεξαρτημένοι.
Ουσία είναι και το φως
ναρκωτικό βαρύ κι αμείλικτο
κι αρπάζεται από σημάδια του κορμιού
καλώς που κρύβει το σκοτάδι.

Ένα ουρλιαχτό σβήνει από μακριά
και μια γυναίκα αφήνεται
στον πρώτο οργασμό της με μάτια κλειστά
ψυχή ανοιχτή και σκέψη άδεια.
Πίσω από τραβηγμένες κουρτίνες
που λίγο ρεύμα τινάζει κάθε τόσο
και φέρνει μέσα τη ζέστη του καλοκαιριού.
Μίγμα ιερό οι ιδρώτες τους, πληρωμή μοχθηρής εργασίας
– σωματικής.

Ώρα να ανάψουν το φως να δούν’
σκιές ο ένας στα μάτια του άλλου,
απαγορευμένες εικόνες του μυαλού
που βγήκαν στην επιφάνεια ν’ αναπνεύσουν
για να χαθούν απότομα στην άγρια άβυσσό τους.

Μόνο σκιές και όχι εικόνες αληθείς
μια που το ψέμα είναι πια συνήθειά μας.
Σαν αλήθειες βγαίνουν πια τα ψέμματα
και ρέουν απ’ το στόμα μας σαν πίσσα καυτή
και κυλάει αυτή να κρύψει ρωγμές
– κάθε απόμερη σχισμή που έχει ανακαλύψει ο Ήλιος
για να πνιγούμε σε σκοτάδι αδρανές
και να αδρανοποιηθούμε κι εμείς με τη σειρά μας,
να μη βλέπουμε τίποτα πια
και να μας ακούγεται αληθής ο λόγος του ψεύτη
που υπόσχεται απ’ την άβυσσο να μας τραβήξει.

Σε πιο βαθιά σκοτάδια μας τραβά
κι εμείς μες στην αφέλεια τυφλά ακολουθούμε
μέχρι που να ‘ρθουν όνειρα
κι απ’ τον ίδιο μας τον εαυτό να εξαπατηθούμε.

Και στη μέθη της αβύσσου και στου μυαλού το κρύο φως
– μόνο τότε – μπορεί να γεννηθεί η υποψία:
κανείς δε μας τράβηξε!

Μιαν άδεια σκέψη και παραισθήσεις υλικές ακολουθούσαμε.
Εμάς ακολουθούσαμε σ’ αυτό τ’ απύθμενο σφαγείο.
Και πάνω που βλέπεις φως αληθινό
είσαι βουτηγμένος στα αίματα ως το λαιμό
και σε τραβούν αυτά που έκανες στα βάθη.

Η νύχτα τελειώνει.

Μια γραμμή στάχτη στο τραπέζι,
το ποτήρι κομμάτια και τ’ αλκοόλ στο πάτωμα χυμένο.
Πίσω απ’ την απέναντι κουρτίνα που τίναζε το αεράκι
ακούγονται φωνές. Βρισίματα και προσβολές.
Ύστερα οι κουρτίνες αλλάζουν και παίρνουν χρώμα άλικο
σαν την καινούρια άβυσσό σου.

Το κορμί μας ακόμα γυμνό να στέκεται και να κοιτά
την κουρτίνα που κοκκινίζει σε κάθε χτύπημα της ώρας.

Επτά.

Η κουρτίνα κόκκινη.
Οι πρώτες ακτίνες χτυπούν ξεδιάντροπα τους τοίχους.
Το βλέμμα πάντοτε αδειανό
το όπλο γεμάτο
και η άβυσσος ακόμα πιο βαθειά.

Ποιος νίκησε;